Πώς ο τουρισμός διαμορφώνει την οικονομική εικόνα της Ευρώπης
Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ευρωπαϊκής οικονομίας, επηρεάζοντας άμεσα το ΑΕΠ, την απασχόληση και τα έσοδα πολλών χωρών. Μέσα από τη σύγκριση τους, αναδεικνύονται οι διαφορετικοί βαθμοί εξάρτησης, παραγωγικότητας και ανθεκτικότητας του κλάδου, ιδιαίτερα μετά την κρίση της πανδημίας. Ταυτόχρονα, οι προτιμήσεις των τουριστών σε επίπεδο καταλυμάτων αποτυπώνουν τις πολιτισμικές και οικονομικές τάσεις που διαμορφώνουν τον σύγχρονο τουρισμό.
Στο παρακάτω γράφημα παρουσιάζονται χώρες με υψηλότερη τουριστική οικονομία σε σύγκριση με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της κάθε μίας από τον τουρισμό, τα έσοδα και την εργασία. Η Γερμανία φαίνεται να είναι αυτή με το μεγαλύτερο ΑΕΠ από τον τουρισμό και τους περισσότερους εργαζόμενους, κάτι που εξηγείται από το μεγάλο μέγεθος της χώρας, όμως τα έσοδά της δεν αντικατοπτρίζουν τον μεγάλο αυτό αριθμό εργαζόμενων. Η Ισπανία βρίσκεται σε κορυφαία θέση στην Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν έχει τη μεγαλύτερη απασχόληση στον κλάδο, διαθέτει τα υψηλότερα τουριστικά έσοδα, που συμβάλλουν σε ένα από τα μεγαλύτερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ από τον τουρισμό. Αυτή η ισχυρή συσχέτιση εσόδων και ΑΕΠ ανά εργαζόμενο αποδεικνύει την υψηλή παραγωγικότητα του τουριστικού της τομέα. Από τη άλλη η Ιταλία, διατηρεί μια σταθερή και ισορροπημένη τουριστική οικονομία. Τέλος η Ελλάδα αν και είναι γεωγραφικά μικρότερη, αναλογικά η απόδοσή της είναι ισχυρή στον τομέα του τουρισμού, με αρκετούς εργαζόμενους, αποτελώντας βασική πηγή της οικονομίας της.
Όπως παρουσιάζονται από τις χώρες με χαμηλότερη τουριστική οικονομία η Ιρλανδία είναι αυτή με το μεγαλύτερο ΑΕΠ, τα υψηλότερα έσοδα και αριθμό εργαζομένων στον τομέα. Η Σλοβενία και η Λετονία έχουν μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων στον τουρισμό σε σύγκριση με τα έσοδα και κατά συνέπεια το ΑΕΠ, κάτι που δείχνει την αδυναμία στον συγκεκριμένο τομέα. Τέλος παρατηρείται πως η Κύπρος είναι αυτή που επωφελείται περισσότερο από τον τουρισμό σε σχέση με τους εργαζομένους και το μέγεθος της χώρας.
Χρονολογικά αυτό που παρατηρείται είναι πως σε όλες τις χώρες με υψηλότερη τουριστική οικονομία και συγκριτικά την Κύπρο, φαίνεται να υπάρχει μεγάλη πτώση εσόδων και κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2021, που είναι αναμενόμενο αφού ο τουρισμός δεν είχε ακόμα προλάβει να ανακάμψει από την πανδημία covid-19. Χώρες που εξαρτώνται κατά βάση από τον διεθνή τουρισμό όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ιταλία, είχαν τις μεγαλύτερες πτώσεις από το 2019, με την Ισπανία να είναι εκείνη με τη μεγαλύτερή απώλεια σε έσοδα. Ταυτόχρονα όμως ήταν εκείνες που έδειξαν και την μεγαλύτερη ανάπτυξη με δεδομένα του 2024, όσον αφορά τα έσοδα και κατ’ επέκταση το ΑΕΠ από τον τουρισμό. Κατ’ επέκταση με την Ελλάδα και την Κύπρο να φτάνουν τα έσοδα και το ΑΕΠ του 2019, φανερώνοντας τη σημαντικότητα του τουρισμού για την οικονομία τους. Αντίθετα η Γερμανία έχοντας σχετικά σταθερό ΑΕΠ εξαιτίας του εσωτερικού τουρισμού, είχε την πιο αργή ανάκαμψη όσο αφορά τα έσοδα.
Όσον αφορά τι χώρες με υψηλότερη τουριστική οικονομία η Ελλάδα ξεχωρίζει ως η χώρα με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τον τουρισμό, καθώς παρουσιάζει την υψηλότερη ποσοστιαία συμμετοχή στο ΑΕΠ (7.20%) και στην εργασία (7.20%). Ωστόσο, οι εσωτερικές δαπάνες της Ελλάδας είναι ηπολύ χαμηλές, κάτι που δείχνει πως η τουριστική οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους ξένους επισκέπτες. Η Γερμανία φαίνεται να έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ΑΕΠ και ένα από τα πιο χαμηλά ποσοστά εργασίας, παρά τις μεγάλες ποσοστιαίες δαπάνες στης χώρας που ανέρχονται στο 90.9%, κάτι που δείχνει πως ο τουρισμός είναι κατά βάση εσωτερικός. Από την άλλη η Κύπρος είναι η χώρα με τις λιγότερες εσωτερικές δαπάνες, κάτι που εξηγείται εξαιτίας της μικρής έκτασής της. Ακόμα η Κύπρος έχει το ίδιο ΑΕΠ από τον τουρισμό (5.5%), με την Ισπανία, που είναι μία αρκετά τουριστική χώρα, κάτι που δείχνει πόσο σημαντικός είναι ο τουρισμός για την οικονομία του νησιού.
Παρακάτω παρουσιάζεται η συνολική συμμετοχή στην εργασία, το ποσοστό όσων απασχολούνται στον τουρισμό από το σύνολο, καθώς και τα επίπεδα ανεργίας, αναδεικνύοντας την ισορροπημένη αγορά εργασίας σε κάθε χώρα. Η Κύπρος και η Γερμανία παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά συνολικής εργασίας (62.7%),(59.6%), παράλληλα με τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας, που δείχνει την ισχυρή οικονομία. Στην Κύπρο (6.6%), των εργαζομένων εργάζονται στον τομέα του τουρισμού. Ενώ από την άλλη πλευρά η Ισπανία και η Ελλάδα έχουν μεγαλύτερες προκλήσεις στην αγορά εργασίας, αφού η Ισπανία παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας με 11.7% και η Ελλάδα με 9.8%. Παρότι η Ελλάδα έχει σχετικά χαμηλά ποσοστά εργασίας συνολικά (47.4%), το ποσοστό εργασίας στον τουρισμό είναι το πιο υψηλό (7.2%). Τέλος η Ιταλία παρουσιάζει το χαμηλότερο ποσοστό συνολικής εργασίας αποτυπώνοντας, έλλειψη εργατικού δυναμικού, ενώ η εικόνα της Γαλλίας είναι σχετικά ισορροπημένη, με το ποσοστό της εργασίας στον τουρισμό να είναι χαμηλότερο έναντι των υπόλοιπων χωρών.
Πέρα από τα έσοδα και την εργασία στον τουρισμό, οι συνήθειες των ευρωπαίων τουριστών δείχνουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Στο γράφημα αυτό παρουσιάζονται οι τύποι διανυκτερεύσεων που προτιμούν οι ευρωπαίοι πολίτες. Σε όλες τις χώρες φαίνεται πως οι τουρίστες προτιμούν ως τύπο καταλύματος τα ξενοδοχεία, που βρίσκονται στην υψηλότερη θέση με μεγάλη διαφορά. Ωστόσο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε μικρής διάρκειας καταλύματα απ’ όλες τις χώρες είναι η Ιταλία ενώ η Γαλλία ξεχωρίζει στο μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην κατηγορία καταλυμάτων κατασκήνωσης και τροχόσπιτα, δείχνοντας τάση προς μία διαφορετική κουλτούρα διακοπών. Τέλος η Ελλάδα και η Κύπρος είναι αυτές που έχουν τη λιγότερη ζήτηση σε τέτοιου είδους καταλύματα.
Συμπερασματικά, με αυτή την ανάλυση κατανοούμε πως ο τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασικό σημείο ανάπτυξης για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, παρότι επηρεάστηκε έντονα από την πανδημία. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ισπανία παρουσιάζουν ισχυρή εξάρτηση από τον διεθνή τουρισμό, ενώ άλλες, όπως η Γερμανία, στηρίζονται περισσότερο στον εσωτερικό. Οι μεταβολές στα έσοδα, στην απασχόληση και στο ΑΕΠ υπογραμμίζουν τη σημασία του τουρισμού ως οικονομικής εξάρτησης, αλλά και την ανάγκη για ενίσχυση του τομέα από κάποιες χώρες στο μέλλον.
