Αλίνα Οπίνκα: παραδοτέο 3

Η Ευρώπη επενδύει λίγο στην οικογένεια και οι δημογραφικές συνέπειες έρχονται πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουμε

Πώς η υποχρηματοδότηση της οικογενειακής πολιτικής στην Κύπρο και την ΕΕ απειλεί την κοινωνική συνοχή, το εργατικό δυναμικό και τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών ταμείων.

Η πρώτη οπτικοποίηση παρουσιάζει μια συνολική εικόνα της οικονομικής στήριξης που λαμβάνουν οι οικογένειες στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτό το διάγραμμα αποτυπώνεται το ποσό που δαπανά κάθε χώρα ανά άτομο για οικογενειακά επιδόματα και παιδικές παροχές. Η εικόνα είναι ξεκάθαρη , χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Δανία, η Γερμανία και η Γαλλία επενδύουν σημαντικά ποσά για την οικογενειακή πολιτική, ενώ άλλες μεταξύ αυτών η Κύπρος και η Ελλάδα παραμένουν στα χαμηλότερα επίπεδα της ΕΕ.

Ωστόσο, το δεύτερο διάγραμμα μάς επιτρέπει να πάμε ένα βήμα βαθύτερα. Αντί να εξετάζουμε απλώς τα απόλυτα ποσά, συγκρίνουμε το ποσοστό των κοινωνικών δαπανών που κατευθύνεται στην οικογένεια και στα παιδιά. Η ανάλυση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί δείχνει την πραγματική προτεραιότητα της κάθε χώρας. Ενώ χώρες όπως η Πολωνία και το Λουξεμβούργο αφιερώνουν γύρω στο 15% των κοινωνικών παροχών στην οικογενειακή πολιτική, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 8,7%. Η Κύπρος (4,7%) και η Ελλάδα (4,5%) παραμένουν πολύ χαμηλά σχεδόν στο μισό του μέσου όρου της Ευρώπης.

Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: η οικογένεια δεν αποτελεί κοινωνική προτεραιότητα για τα κράτη αυτά, ούτε σε επίπεδο άμεσης χρηματοδότησης ούτε ως στρατηγικό επενδυτικό στόχο.

Για να στηρίξω περαιτέρω αυτήν τη διαπίστωση, ανατρέχω και στα πανευρωπαϊκά γραφήματα της Eurostat. Εκεί παρατηρούμε ότι οι συνολικές κοινωνικές δαπάνες της ΕΕ (εικ.1)διοχετεύονται κυρίως σε συντάξεις (47%) και στην υγειονομική περίθαλψη (30%), ενώ η οικογένεια και τα παιδιά συγκεντρώνουν μόλις το 9% των κοινωνικών παροχών. Το αντίστοιχο γράφημα της Κύπρου, από την κυβερνητική έρευνα Social Protection Survey (2022), επιβεβαιώνει το ίδιο μοτίβο, η οικογένεια απορροφά μόλις 4,6% των κοινωνικών δαπανών, ενώ πολύ μεγαλύτερα ποσά κατευθύνονται στην τρίτη ηλικία, την υγεία και άλλες λειτουργίες.

Δημόσιες Δαπάνες για την Οικογένεια ανά Κάτοικο
Κατανομή Κοινωνικών Δαπανών στην Κύπρο

Η σύγκριση ΕΕ και Κύπρου καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα,επενδύουμε πολύ περισσότερα στη γήρανση και πολύ λιγότερα στη νεότητα.

Αν η Κύπρος και γενικότερα η ΕΕ συνεχίσουν να επενδύουν ελάχιστα στην οικογένεια, το δημογραφικό πρόβλημα θα επιδεινωθεί ραγδαία τις επόμενες δύο δεκαετίες. Στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι σημερινοί νέοι θα έπρεπε να δημιουργήσουν οικογένεια, ο πληθυσμός θα έχει ήδη γεράσει ακόμη περισσότερο, δημιουργώντας μια εντελώς διαφορετική δημογραφική πραγματικότητα.

Σε μια τέτοια συνθήκη, ο αριθμός των συνταξιούχων θα ξεπεράσει τον αριθμό των εργαζομένων, ανατρέποντας τις ισορροπίες της αγοράς εργασίας και αυξάνοντας κατακόρυφα τον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων. Τα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων θα δεχτούν τεράστια πίεση, καθώς όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα κληθούν να χρηματοδοτούν συντάξεις για έναν συνεχώς αυξανόμενο ηλικιωμένο πληθυσμό.

Παράλληλα, το κράτος θα αναγκαστεί να κατευθύνει ολοένα και περισσότερους πόρους σε συντάξεις και δαπάνες υγείας, περιορίζοντας τη δυνατότητα επένδυσης σε κρίσιμους τομείς όπως η στέγαση, η παιδική φροντίδα και οι πολιτικές στήριξης των νέων. Τα δημόσια έσοδα από εισφορές και φορολογία θα μειώνονται, καθώς το εργατικό δυναμικό θα συρρικνώνεται, καθιστώντας ακόμη δυσκολότερη τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Με άλλα λόγια , αν δεν επενδύσουμε τώρα στις οικογένειες, σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει αρκετό εργατικό δυναμικό για να συντηρήσει τις κοινωνικές δαπάνες που ήδη έχουμε.Οι οικογενειακές πολιτικές δεν είναι “παροχές”. Είναι επενδύσεις στο μέλλον του κράτους. Αν οι νέοι δεν έχουν στήριξη στο κόστος ζωής, στη στέγαση, στην παιδική φροντίδα και στην ισορροπία εργασίας οικογένειας, τότε θα συνεχίσουν να καθυστερούν την τεκνοποίηση. Το αποτέλεσμα θα είναι ένας πληθυσμός κατακερματισμένος, με λίγους νέους και πολλούς ηλικιωμένους. Και αυτό θα το πληρώσουμε ακριβά όχι μόνο δημογραφικά, αλλά και οικονομικά.

Η οικογένεια στην Κύπρο και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν υποστηρίζεται αρκετά. Και αν κάτι πρέπει να γίνει σαφές μέσα από τα διαγράμματα και τα δεδομένα που παρουσιάζονται είναι ότι η δημογραφική κρίση δεν θα λυθεί με ευχές, αλλά με οικονομική πολιτική. Η επένδυση στην οικογένεια είναι η επένδυση που βοηθάει τα πάντα: την κοινωνία, την αγορά εργασίας, το ασφαλιστικό σύστημα και τη βιωσιμότητα του κράτους.

Στέγαση, Ανεξαρτητοποίηση και Δημογραφία: Τρεις Όψεις του Ίδιου Προβλήματος

Η ανάλυση των δημόσιων δαπανών για την οικογένεια έδειξε ότι αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ επενδύουν σημαντικά μεγαλύτερα ποσά για τη στήριξη των νέων οικογενειών σε σχέση με την Κύπρο και τη Νότια Ευρώπη συνολικά. Το γεγονός ότι οι χώρες του Βορρά διαθέτουν υψηλότερα επίπεδα κοινωνικών δαπανών προς τις οικογένειες δεν αποτελεί απλώς ένδειξη διαφορετικής κοινωνικής φιλοσοφίας , μεταφράζεται πρακτικά σε πιο προσιτή στέγαση, καλύτερη πρόσβαση σε δομές παιδικής φροντίδας και μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα για τους νέους.

Αυτή η διαφορά αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στο Διάγραμμα 3, όπου παρουσιάζεται το ποσοστό του πληθυσμού που επιβαρύνεται υπερβολικά από το κόστος στέγασης. Η Ελλάδα αγγίζει σχεδόν το 29%, ενώ χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Δανία αντιμετωπίζουν αυξημένες μεν, αλλά πολύ πιο διαχειρίσιμες στεγαστικές πιέσεις. Η Κύπρος εμφανίζει από τα χαμηλότερα ποσοστά στεγαστικής επιβάρυνσης στην ΕΕ όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το κόστος ζωής είναι πραγματικά χαμηλό. Αντίθετα, αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι πολλοί νέοι δεν αναλαμβάνουν οι ίδιοι το βάρος της στέγασης, αφού εξακολουθούν να ζουν στο πατρικό νοικοκυριό.

Το Διάγραμμα 4 έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτή τη σχέση. Η μέση ηλικία αποχώρησης από το γονικό σπίτι στην Κύπρο (27,6 για τους άνδρες και 26,7 για τις γυναίκες) παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ στην Ελλάδα αγγίζει τα υψηλότερα επίπεδα της Ευρώπης (32,5 και 28,9 αντίστοιχα). Αντίθετα, στις χώρες του Βορρά, όπου οι πολιτικές κοινωνικής στήριξης είναι καλύτερα σχεδιασμένες και το στεγαστικό περιβάλλον πιο σταθερό, οι νέοι φεύγουν από το πατρικό τους σημαντικά νωρίτερα συνήθως μεταξύ 21 και 24 ετών.

Τα δύο διαγράμματα, όταν εξεταστούν μαζί, συνθέτουν μια ενιαία και καθαρή εικόνα: όσο υψηλότερο είναι το κόστος στέγασης και όσο λιγότερες οι κοινωνικές παροχές προς τις οικογένειες και τους νέους, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η μετάβαση στην οικονομική ανεξαρτητοποίηση. Στις χώρες του Νότου, όπου οι μισθοί των νέων είναι χαμηλότεροι και το κόστος ζωής υψηλότερο, η μετάβαση αυτή καθυστερεί σταθερά. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτισμική επιλογή, αλλά για αντικειμενικό οικονομικό περιορισμό.

Η καθυστέρηση δημιουργίας ανεξάρτητου νοικοκυριού έχει άμεση δημογραφική επίδραση, όσο αργότερα ανεξαρτητοποιούνται οι νέοι, τόσο μετατίθεται και η απόφαση για τεκνοποίηση. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη και ιδίως η Νότια Ευρώπη βιώνει ένα «ντόμινο»: υψηλό κόστος ζωής ,δυσκολία ανεξαρτητοποίησης ,καθυστέρηση σχηματισμού οικογένειας , χαμηλά ποσοστά γεννήσεων ,αύξηση της δημογραφικής γήρανσης.

Συνολικά, η στέγαση δεν αποτελεί απλώς οικονομικό δείκτη αλλα λειτουργεί ως καταλύτης που επηρεάζει τη ζωή των νέων, τις επιλογές τους και τελικά τη βιωσιμότητα των κοινωνικών συστημάτων. Εάν μια χώρα δεν επενδύσει ουσιαστικά στην οικογένεια, στην προσιτή στέγαση και στη στήριξη των νέων εργαζομένων, η δημογραφική κρίση δεν θα μπορεί να ανατραπεί.

Η Ανεργία των Νέων και η Πληθυσμιακή Γήρανση: Ένας Κύκλος που Εντείνει το Πρόβλημα

Η εικόνα που προκύπτει όταν εξετάσουμε τα δεδομένα της ανεργίας των νέων μαζί με τον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Στο διάγραμμα της ανεργίας (20–29 ετών) βλέπουμε ότι χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία εξακολουθούν να καταγράφουν πολύ υψηλά ποσοστά, ενώ η Κύπρος βρίσκεται μεν χαμηλότερα, αλλά παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι ένας σημαντικός αριθμός νέων καθυστερεί να μπει σταθερά στην αγορά εργασίας, άρα καθυστερεί και να ανεξαρτητοποιηθεί, να αποκτήσει δικό του σπίτι και ενδεχομένως να δημιουργήσει οικογένεια.

Παράλληλα, ο χάρτης του δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων δείχνει ότι η Ευρώπη γερνά συνεχώς, σε χώρες όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα, η αναλογία ατόμων άνω των 65 ετών αγγίζει πλέον το 40%. Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός των ατόμων που εργάζονται και στηρίζουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας γίνεται ολοένα και μικρότερος σε σχέση με εκείνους που το χρειάζονται.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι αυτά τα δύο φαινόμενα δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Η υψηλή ανεργία των νέων, η καθυστερημένη απόκτηση οικονομικής σταθερότητας και η δυσκολία εύρεσης κατοικίας συμβάλλουν άμεσα στη μείωση των γεννήσεων. Με άλλα λόγια, οι νέοι δεν μπορούν να πάρουν αποφάσεις ζωής όταν δεν μπορούν πρώτα να σταθούν στα πόδια τους. Έτσι, η γήρανση του πληθυσμού επιταχύνεται και ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων ανεβαίνει ακόμη περισσότερο.

Επομένως, η Ευρώπη και η Κύπρος μαζί βρίσκεται μπροστά σε έναν φαύλο κύκλο, λιγότεροι νέοι στην αγορά εργασίας, καθυστέρηση στη δημιουργία οικογένειας, μείωση των γεννήσεων και τελικά ακόμη μεγαλύτερη δημογραφική πίεση. Αν αυτή η πορεία δεν ανακοπεί με στοχευμένες πολιτικές στήριξης των νέων, το πρόβλημα θα γίνει μη αναστρέψιμο τα επόμενα χρόνια

Βιβλιογραφία:

1. Eurostat. (2024). Family benefits in the EU: Public expenditure and policy trends.
https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/ddn-20240528-2

2. Eurostat. (2024). Social protection statistics – Social benefits.
https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Social_protection_statistics_-_social_benefits

3. Government of Cyprus. (2022). Social Protection Survey 2022.
https://www.gov.cy/en/economy-and-finance/social-protection-survey-2022/

4. Eurostat. (2025). Social protection expenditure by function (spr_exp_func).
https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/spr_exp_func__custom_13681797

7. Eurostat. (2025). Population structure indicators – Old-age dependency ratio (demo_pjanind).
https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/demo_pjanind__custom_18167962/default/table