Αικατερίνη Μαρκογιαννάκη: Παραδοτέο 2

Τουρισμός και Οικονομική Ανάπτυξη στην Ευρώπη

Τουρισμός και Οικονομική Ανάπτυξη στην Ευρώπη: Μια συγκριτική ανάλυση

Χώρες με υψηλό τουρισμό συγκριτικά με την οικονομική ισχύ

Στις χώρες με υψηλό τουρισμό στην Ευρώπη παρατηρείται ότι πρόκειται κυρίως για κράτη με μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση, αυξημένο πληθυσμό και υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αντανακλά τη μέση οικονομική αξία της παραγωγής ανά άτομο και συνδέεται στενά με επίπεδα ανάπτυξης και τις διαθέσιμες υποδομές. Σύμφωνα με στοιχεία του Eurostat για το 2024, η Γερμανία καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό αφίξεων με 147 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως, ακολουθούμενη από τη Γαλλία με 126 εκατομμύρια. Και στις δύο περιπτώσεις, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, γεγονός που υποδηλώνει πως οι ισχυρές οικονομίες έχουν τη δυνατότητα να προσελκύουν ακόμη μεγαλύτερο τουριστικό πληθυσμό, διαθέτοντας εξελιγμένες υποδομές και πλούσιους πόρους.

Εξίσου ψηλά κατατάσσονται η Ισπανία, με 72 εκατομμύρια αφίξεις, και η Ιταλία με 65,7 εκατομμύρια. Παρά το ελαφρώς χαμηλότερο ΑΕΠ τους, αποτελούν κορυφαίους ευρωπαϊκούς προορισμούς χάρη στη γεωγραφική τους θέση στη Μεσόγειο, την ιστορία και την πολιτιστική τους κληρονομιά.

Αντίθετα, η Ελλάδα παρουσιάζει 9,7 εκατομμύρια αφίξεις, συνοδευόμενες από σημαντικά χαμηλότερο ΑΕΠ. Παρά τη συστηματική εξάρτησή της από τον τουρισμό, η οικονομική της ευημερία δεν αντικατοπτρίζεται πλήρως. Σε παρόμοια θέση βρίσκεται και η Ρουμανία, η οποία εμφανίζει 11,8 εκατομμύρια αφίξεις αλλά παρουσιάζει επίσης χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η Πολωνία, με 30,9 εκατομμύρια επισκέπτες, φαίνεται να βρίσκεται σε ενδιάμεση κατηγορία τόσο σε αφίξεις όσο και στην οικονομική της ανάπτυξη.

Τέλος, η Κύπρος, παρά τις συγκριτικά λιγότερες αφίξεις λόγω μεγέθους και γεωγραφίας, παρουσιάζει σχετικά υψηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η οικονομική ευημερία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό αφίξεων.

Χώρες με χαμηλότερο τουριστικό όγκο συγκριτικά με την οικονομία

Στις χώρες με χαμηλότερο αριθμό αφίξεων τουριστών παρατηρείται μικρότερη γεωγραφική έκταση, μικρότερος πληθυσμός και περιορισμένη τουριστική ταυτότητα. Η Κύπρος εντοπίζεται ως η χώρα με τις λιγότερες αφίξεις στην Ευρώπη, με μόλις 686 χιλιάδες επισκέπτες ετησίως, ωστόσο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της παραμένει υψηλό, δείχνοντας ότι η ευημερία της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον τουριστικό τομέα.

Επιπλέον, η Εσθονία, η Σλοβενία και η Λιθουανία εμφανίζουν χαμηλές αφίξεις με 1,7 εκατομμύρια, 1,5 εκατομμύρια και 2,6 εκατομμύρια αντίστοιχα, έχοντας χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η Λετονία, με μόλις 1,1 εκατομμύριο αφίξεις, παρουσιάζει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανάμεσα σε αυτές τις χώρες.

Από την άλλη πλευρά, η Ιρλανδία και το Βέλγιο εμφανίζονται υψηλότερα. Η Ιρλανδία, με 8,4 εκατομμύρια αφίξεις, διαθέτει υψηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ενώ το Βέλγιο καταγράφει τις περισσότερες αφίξεις στη συγκεκριμένη ομάδα, με 9,2 εκατομμύρια.

Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και τις αφίξεις τουριστών, χωρίς όμως ο τουρισμός να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την οικονομική ευημερία. Το ΑΕΠ επηρεάζεται από πολλαπλούς παράγοντες, όπως το μέγεθος της οικονομίας, η βιομηχανική παραγωγή και η δομή της αγοράς εργασίας. Ο τουρισμός παραμένει σημαντικός μοχλός ανάπτυξης, αλλά η επίδρασή του διαφοροποιείται αισθητά από χώρα σε χώρα και δεν μπορεί να λειτουργεί απομονωμένα ως δείκτης οικονομικής προόδου.

Τουρισμός, απασχόληση και ανεργία

Το πρώτο γράφημα των τουριστικών ροών και της απασχόλησης δείχνει ότι χώρες όπως η Ισπανία και η Γαλλία, με ιδιαίτερα υψηλό αριθμό αφίξεων, καταγράφουν επίσης υψηλή απασχόληση στον κλάδο του τουρισμού. Αντίθετα, χώρες με χαμηλότερη τουριστική δραστηριότητα, όπως η Ρουμανία και η Πολωνία, παρουσιάζουν μειωμένη συμμετοχή στην τουριστική αγορά εργασίας. Η Ελλάδα και η Κύπρος, παρά τις μικρότερες οικονομίες τους, καταγράφουν υψηλά ποσοστά εργαζομένων στον τουρισμό, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική εξάρτηση από τον κλάδο.

Τουριστική δραστηριότητα σε ορεινή περιοχή

Τουριστική δραστηριότητα, απασχόληση και χαμηλή ανεργία

Στο δεύτερο γράφημα, το οποίο εξετάζει επτά ευρωπαϊκές χώρες, η Λιθουανία καταγράφει τη μεγαλύτερη τουριστική κίνηση μεταξύ των χωρών της ομάδας, ξεπερνώντας το 1,3 εκατομμύριο αφίξεις. Το Βέλγιο επίσης παρουσιάζει υψηλές τιμές, ενώ η απασχόληση στον τουρισμό κινείται παράλληλα με τις αφίξεις. Η ανεργία παραμένει εξαιρετικά χαμηλή σε όλες τις περιπτώσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις 106.000 ανέργους της Λιθουανίας, στοιχείο που δείχνει πως ο τουρισμός ενισχύει την τοπική αγορά εργασίας.

Η σύγκριση των τεσσάρων γραφημάτων αναδεικνύει σημαντικές διαφορές και κοινές τάσεις:

Τα πρώτα δύο γραφήματα επικεντρώνονται στη σχέση ανάμεσα στις αφίξεις και στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Εκεί διαφαίνεται ότι οι υψηλές τουριστικές ροές συνδέονται συχνά με ισχυρές οικονομίες (Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία), αλλά υπάρχουν εξαιρέσεις όπως η Ελλάδα και η Ρουμανία, όπου η έντονη εξάρτηση από τον τουρισμό δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε υψηλό ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, τα άλλα δύο γραφήματα εξετάζουν τον τουρισμό παράλληλα με την αγορά εργασίας. Σε αυτά αποτυπώνεται πως η αύξηση του τουρισμού συνδέεται με αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας. Το αποτέλεσμα αυτό φαίνεται πιο σταθερό και λιγότερο επηρεασμένο από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, δείχνοντας ότι ο τουρισμός λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη για την εργασία ακόμη και σε μικρότερες οικονομίες.

Συνολικά, τα πρώτα γραφήματα αναδεικνύουν τη μακροοικονομική εικόνα των χωρών, ενώ τα τελευταία παρουσιάζουν τον άμεσο αντίκτυπο του τουρισμού στην αγορά εργασίας. Η συνδυαστική τους ανάγνωση δείχνει πως ο τουρισμός αποτελεί βασικό παράγοντα οικονομικής στήριξης, αλλά δεν καθορίζει από μόνος του το επίπεδο ευημερίας μιας χώρας.

Πηγές